Όποιος έχει καθίσει στον καναπέ του ψυχαναλυτή, γνωρίζει καλά ότι οι λέξεις μετρούν και δεν πέφτουν κάτω. Κάποιοι αναλυόμενοι, διαλέγουν τις λέξεις τους προσεκτικά και με ακρίβεια, ενώ άλλοι απορούν για το γιατί στεκόμαστε σε αυτές. Άλλοι πάλι, αγωνιούν να αποσπάσουν τις λέξεις του ψυχαναλυτή, να πιαστούν, να κρατηθούν από αυτές. Σε κάποιες περιπτώσεις, βλέπουμε θεραπευόμενους να οικειοποιούνται τις λέξεις των θεραπευτών τους, να τις κάνουν δικές τους με τρόπο που μοιάζει συχνά ξένος και επιφανειακός.
Προς τι όλη αυτή επαγρύπνηση γύρω από το λόγο στη συνεδρία; Ο υποκειμενικός λόγος δεν είναι απλή υπόθεση. Μέσα από αυτόν- και όχι μόνο- έχουμε πρόσβαση στο ασυνείδητο, τις αναπαραστάσεις του ατόμου, και εν γένει στον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του, τον κόσμο και τους άλλους. Πέρα όμως από αυτά που οι λέξεις που διαλέγουμε, ‘μας μαρτυρούν’, αξίζει να θυμόμαστε ότι έχουν και τη δύναμη να μετασχηματίζουν.
Ο Green αναφέρει ότι η ανάλυση αποβλέπει, διαμέσω του λόγου, τις ενδιάμεσες διαδικασίες, τις τριτογενείς, οι οποίες ενεργοποιούνται με σκοπό να συνδέσουν της πρωτογενείς και τις δευτερογενείς διαδικασίες. Οι πρωτογενείς διαδικασίες αφορούν την αρχή της ηδονής και το αλόγιστο που διέπει το ασυνείδητο, ενώ οι δευτερογενείς έχουν να κάνουν με τη σύνδεση των αναπαραστάσεων, μέσω μιας χρονικής και λογικής δομής. Οι τριτογενείς λοιπόν διαδικασίες, βοηθούν μέσω της γλώσσας, να περιβάλλουμε και να επεξεργαστούμε το ωμό και χειμαρρώδες του ασυνειδήτου καθώς και τις αναπαραστάσεις μας. Πρόκειται για τα πιο ασυνείδητα αλλά και τα πιο εμφανή και ανεπεξέργαστα κομμάτια του εαυτού μας, πάνω στα οποία αποκτούμε δύναμη μέσω του λόγου.
Η ομιλία λοιπόν, μέσα στην ανάλυση αναπαράγει με τρόπο παιχνιδιού- σαν το γιογιό- τη σχέση μεταξύ γλώσσας, ενόρμησης και αναπαράστασης. Μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο, με τον ελεύθερο συνειρμό και με τον αναλυτή να μην λειτουργεί όπως ο αναλυόμενος θα ήθελε, σαν ένα διαθέσιμο αντικείμενο, χτίζεται ένα περιβάλλον σαν αυτό του ονείρου. Πολύ συχνά, βγαίνουμε από τη συνεδρία και θυμόμαστε ελάχιστα από αυτά που συζητήσαμε, ή μας φαίνεται ότι βγαίνουμε σαν υπνωτισμένοι. Πάντως, ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο, οι λέξεις ξεφεύγουν για λίγο αλλά επανέρχονται, καταφέρνοντας έτσι να αποδώσουν όλη την αναπαραστασιακή φαρέτρα των κατασκευών του φαντασιακού μας.
Αυτή ακριβώς είναι η θεραπευτική αξία, της θεραπείας του λόγου. Η γλώσσα έρχεται και δηλώνει, χτίζει αντιλήψεις, πλαισιώνει, επεξεργάζεται και εν τέλει μέσω της κατανόησης, ανακουφίζει. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο που η λέξη ‘λόγος’ στα ελληνικά, αναφέρεται τόσο στις λέξεις και τη γλώσσα, όσο και στη λογική.
.